Αρτινό Λεξικό




Α
ααα; = τι είπατε;
αααααααα = σωστά, ή κατάλαβα
αβασκαίνω = ματιάζω
αβγατίζω = αυξάνω
αβέρτα = ελεύθερα
αγάνι = τα γένια σιταριού ή της βρόμης που μοιάζουν με βελόνες
αγανός = αραιός
αγκωνή = γωνία
αδειά = ευκαιρία
ακουρμαίνουμαι = ακούω
αλάνταβος = απρόσεκτος, βιαστικός
αλάργα = μακριά
απάν - απκάτ - σιακεί – σιαπάν - σιαπέρα - σιαδώθε = δήλωση κατεύθυνσης
απθώνω = αφήνω κάτι κάπου
αποσβολώθκα =κουράστηκα πολύ
αντραποδίθκα περδικλώθκα = σκόνταψα
απστόμσε = αναποδογύρισε
απόστασα = κουράστηκα
αφσκιά = ασχήμια
ακορμένομαι = ακούω με προσοχή
απδισιά = πήδημα
απήδσα μσουρανίς = σηκώθηκα στον αέρα
αναμέρα = κάνε άκρη
αστόησα = ξέχασα
αλσίβα = απορρυπαντικό του παλιού καιρού φτιαγμένο από στάχτη
ά πνασόμπ ου διάουλους = άντε που να σου μπει ο διάολος
άπνασίεθαβα = άντε που να σε έθαβα
αποκουντριασμένους = αποχαυνωμένος
αλλομανάω = μακελεύω, λιανίζω
αναχιτώνω = αγριεύω
αντράλα = χαρβαλασιό φασαρία
αντάρα = ομίχλη, θολούρα
αναφανταλιά = (μου'ρθε αναφανταλιά) ζαλίστηκα

Β
βατσνιά = αγκάθια - πουρνάρια
βερβέριξε το πετσί μου = ανατρίχιασα
βέλαξα(απ'τον πόνο) = φώναξα δυνατά ή πόνεσα πολύ
βαλάντωσα (στό κλάμα) = έκλαψα πάρα πολύ
βρούδια = αυτοσχέδιες πισίνες της φύσης στα ποτάμια

Γ
γούπατο = εσοχή
γκλαγκανάω = καταπίνω με έντονα γλου-γλου
γατσούνι = γατάκι
γούρμασε = ωρίμασε
γκαβώθκα = τυφλώθηκα
γκλιορεύω = είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, πριν με πάρει ο ύπνος
γίγκει = αόριστος του γίνομαι
γέρεψα = γιατρεύτηκα, έγινα καλά - έγινα γερός
γρούσπα = κουφάλα, τρύπα
γραδώνω = στριμώχνω,αγκιστρώνω, σκαλώνω , μπλέκομαι
γκεύω = βουτάω, μουσκεύω (να γκέψω λίγο ψουμάκ')
γκουστέρα = μεγάλη πράσινη σαύρα
γουργουλεύω = ανακατεύω
γύκος = σωρός από στρώματα
μη μι γκιουιζ = μη με αγγίζεις

Δ
δαμάλι = ταύρος
δρασκέλατο απήδατο = πηδηξέ το

Ζ
ζαλοκνιέμαι = ζαλίζομαι, κουνιέμαι
ζάρκο, ξεμπλέτσοτο = γυμνό,
ζβάου = σβήνω
ζίβα = σβήσε
ζάφτω = πέφτω
ζγούρ = ζυγούρι
ζλάπ = το ζώο γενικώς, ατίθασος άνθρωπος
ζαβλακώθκα = νύσταξα ή δεν ξέρω που είμαι
ζγώνω = πλησιάζω
ζμπάω = βάζω - σπρωχτά
ζαγκανιέμαι = κουνιέμαι ρυθμικά
ζμάχια = πράσινο υδρόβιο φυτό του γλυκού νερού.
ζαλγκόθκα = μεταφέρω κάτι στην πλάτη (συνήθως ξύλα)

Κ
καρκαμπίλα = ήλιος καυτός
καρκόθκα = πνίγηκα
κατσκανάρ = ζωηρός
κλιορεύομαι = κοιμάμαι
κλιτσινάρ = αδύνατος
κουρδκουγκλιέμαι = κάνω τούμπες
κτσιούμπσα = στραμπούλιξα το δάχτυλο του ποδιού
κορδομπούλιασε = σβόλιασε
καλογιάννος = τό μικρό πουλάκι
κριτσάλσε κριτσάνησε = έκανε κράκ - έσπασε
καλοσκέρσα = πρωτοδοκίμασα
κύκαρη = φλιτζάνι
κρεβατίνα = κληματαριά, που χρησιμοποιείται για ίσκιο
καρδάρα = μεταλλικός ή ξύλινος κουβάς για το γάλα
κοτοπούλι = κοτόπουλο
Καταϊ = κάτω
κοκονάκι = οταν κάποιος κάθεται με λυγισμένα τα γόνατα.
Κονακάκι = μικρό φίδι
κοσιά = το εργαλείο για το κόψιμο του τριφυλλιού
κοσί = γρήγορα
κρένω = μιλάω, φωνάζω
κοματσιούλι = μικρό τεμάχιο ψωμιού συνήθως υπόλειμμα
κατσούλα = η κουκούλα, από πανωφόρι
καρκαριέμαι = γελάω δυνατά
κριτσίλωσε = στράβωσε (τόσο που έγινε σχεδόν κόμπος)
κοκόσιες = καρύδες
κλαπατσίγκανα = όργανα, ορχήστρα
καρκαλοϊόται = κακαρίζει (η κότα)
κρούω = αγγίζω
κριτσιανοβόλσε = έσπασε με δυνατό θόρυβο
κλιτσίκι = μούσκεμα
καρκαλοϊτό = ανακοίνωση νέου αυγού από την κότα
κοδέλα = κλειστή στροφή
κουρδουκλίεμαι = κάνω τούμπες, στριφογυρνάω
κουμάσι = παλιάνθρωπος
γουρνοκούμασο = γουρουνόσπιτο
καρδιλάγγος = λαιμός
καταψιά = γουλιά ή μπουκιά
κουκουμέλα = μανιτάρι
κούντρισα = χτύπησα το κεφάλι μου
καρδώνω = πνίγω
καστραβέτς = αγγούρι

Λ
λάϊος = μαύρος
λαρώνω = ησυχάζω
λιόκια = αρ***α
λιμπά = λιόκια
Λιάρδα = μεθυσμένος
λάκσα (πλυθ. λάκσαμαν) πήρα δρόμο, έφυγα τρέχοντας

M
μαβλάω = προσκαλώ τα ζωντανά ή τα κατοικίδια
μαντρί στάβλος
μαρκούτς = Ξύλο, αντρικό όργανο
μαρμίτα = λεφτά
ματουϊάλια = γυαλιά οράσεως
ματσλάω = μασάω
μπαϊλσιά = ζαλάδα
μπαϊλσα = ζαλίστηκα
μπακακάκι = βατραχάκι
μπακανιάρικο = το παιδί ,πού έχει πρησμένη κοιλιά
μπακάνιασα = πρήστηκα, από το πολύ νερό, ποτό
μπακτσές = τό χωράφι
μπαρχάλα = διχάλα
μπάζει = έχει ρεύμα, φυσάει
μπζιάκα ή μπράσκα = βατράχι μεγάλου μεγέθους
μπζιάκας = αυτός που είναι χοντρούλης
μπηχτοκέφαλα = με το κεφάλι κάτω
μπλαθρώνω = σκεπάζω κάτι πρόχειρα, καλύπτω
μπλετσιανάω = πλατσουρίζω ή κάνω μπάνιο σε ρηχά νερά
μπολιάζω = εμβολιάζω
μπουρμπούτσιαλο = έντομο –μικρό ζωύφιο
μπομπότα = τό ψωμί από καλαμπόκι
μπραστ = έφυγε γρήγορα
μσαφραίοι = επισκέπτες
μτσούνια = μούρη
μπχαρί = καμινάδα
μόσκι = μοσχάρι
μπεκιώνα = κανάτα
μαρκαλάω = κάνω sex
ματζαφλάρ = κάτι μακρύ
μαβλάω = φωνάζω (τις κότες ή τα πρόβατα)
μπούγλα = τενεκές - δοχείο

Ν
ντζιομανίκι = γκλίτσα, μαγγούρα
νταούλιασε = μέθησε
ντζιοπάνς = τσοπάνος βοσκός
νομ' ή ναμ' = δώσε μου
νέσπλο = μούσμουλο
νταβλαρώθκα = έπεσα κάτω ή ξάπλωσα απότομα
ντμπάτσαμαν = την πατήσαμε

Ξ
ξαποστάζω = ξεκουράζομαι
ξιμπλιέτσοτο = γυμνό
ξιτσαουλιάστκα = μου έφυγε το στόμα μου έφυγε το σαγόνι
ξεντραχτώθκα = διαλυθηκα
ξεσκλάω = σκίζω
ξεκλιτσνιάσκει, ξεφιστικιάσκει = διαλύθηκε
ξεσκανταλίσκει = απορυθμίστηκε
ξετσόνιασες = απέκτησες θάρρος
ξεμτσουνιάσκαν = τράκαραν μετωπικά
ξεμοτόχου = αποκλειστικά
ξίκι να γένει = κομάτια να γίνεi

Ο
Ούι = Συνήθως εκφράζει έκπληξη ( Ο λόγος που η Άρτα θεωρείται το μικρό Παρίσι! )

Π
πλομάτσα = στρώμα
πομποσιά = ασφυξία
πουμπόθκα = πνίγηκα - δεν μπορώ να πάρω ανάσα
πριτσιαλάω = κάνω sex
πλακοπάϊδα = παγίδα για πουλιά με επίπεδη πέτρα
παρασόλισα = φοβήθηκα, τρελάθηκα
πτσιάς = υποτιμητικά ο άνδρας
πτσαρας = αγορι
πρατίνα = προβατίνα
πσλά = ψηλά
πράματα = πρόβατα-ζώα
πετσί = επιδερμίδα, δερμα
πετσώνω = καλύπτω επιφάνεια αλλά και κάνω sex,
πρατζαφίλια = μικρά τεμάχια -παρελκόμενα-μικρής χρηστικότητας!
πετρόβεργο = ξύλινος πλάστης για πίτες
πουνιάζομαι = τρώω
ποστιάζω = βαζω το ένα πάνω στο άλλο
πάφλας(πλυθ. παφίλια) = τενεκές τσίγκινος (ή βλάκας...)
πααίνω = πηγαίνω
πθαμή = παλάμη

Ρ
ρογγαλιάσκα = μου μπήκε ακίδα
ρουπώνω = χορταίνω - ρούπωσα = έφαγα
ρέκος = σπαρακτικό κλάμα - κραυγή
ρεκοβέλαξα = κλάμα και ουρλιαχτό (συνήθως από πόνο)
ρόκα = καλαμπόκι
ρεχατιάζω = ξεκουράζομαι-λαγοκοιμάμαι

Σ
σβόηρας = ζωηρός
σκρούμπος = καρβουνιασμένο
σφρουτζούλατο = πέτα το
σκαφίδα = ξύλινη μεγάλη λεκάνη
σφαλαγγούδια = αράχνες
σκανταλάρια = εξαρτήματα για παγίδα με πέτρινη πλάκα
σαφρακιασμένο = αδύνατο ή αδύναμο, το κακόμοιρο
σιάφαρο = σκουπίδι, άσχημη γυναίκα
σιέρπετο = φίδι - ζώο
σφουγγάω = σκουπίζω
σαρμανίτσα = ξύλινη κούνια
σκλέντζα = είδος παιχνίδιου
σιούγκρα τον = σκούντησε τον
σιουρμανάω = σφυρίζω δυνατά
σφρίδα = πρωκτός
σιλούντιασα = ζαλίστηκα - μπερδεύτηκα

Τ
τένες = αθλητικά παπούτσια
τσαρναράει = στάζει - τρέχει νερό
τράω = κοιτάζω
τσιροπούλι = μικρό πουλί
τσιοκανάω = κτυπάω, ευνουχίζω
τσακμάκι = αναπτήρας με ίσκα
τσιόκος ή τζιόκος = πέος
Τλώνω = γεμίζω ασφυκτικά
τίγκα = γεμάτο όσο δεν παίρνει άλλο
τσιακναρίδα = πολύ λεπτή γάμπα
τσιαούλια σαγόνι

Φ
φαρμακώθκα = στεναχωρήθηκα
φραστ = γρήγορη κίνηση
φκάρι = θήκη
φκιαρ' = φτυάρι
φουρδακλιάζω πήρα φωτιά
φρουτζούλατο = πεταξέτο

Χ
χιζουβόλσα = χέστηκα
χλιάρ = κουτάλι
χαλεύω = ζητάω
χάθκαμαν = χαθήκαμε
χλιμάρα = μιζέρια
χυμονικό = καρπούζι




Δημοσίευση σχολίου

MKRdezign

[random][newsticker]

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Javascript Disable Please Enable Javascript To See All Widget